δημοσιεύω

δημοσιεύω, [dialect] Dor. [pref] δᾱμ-,
A make public or common, confiscate,

τὰ χρήματα X.HG1.7.10

.
2 publish a book, J.Vit.65, Gal.14.62; κοινοῦν καὶ δ. τὴν χρείαν [λόγου] Plu.2.34c:—Pass,

τὰ δεδημοσιευμένα

sayings that have become public property,

Arist.Rh.1395a19

.
3 δ. τὴν τοῦ σώματος ὥραν prostitute it, D.H.1.84.
4 [voice] Pass., to be manifested, displayed,

-εύεται ἡ θερμότης τινός Steph.in Hp.1.186

D.
5 [voice] Pass., to be produced as evidence, PLond.1.77.5 (vi A. D.), etc.
II intr., to be in the public service, esp. of physicians in receipt of a salary from the state, Ar.Ach.1030, Pl.Grg.514d, POxy.40.9 (ii/iii A. D.);

οἱ ἰατροὶ οἱ δαμοσιεύοντες ἐν τᾷ πόλει SIG943.7

([place name] Cos);

δ. δωρεάν IG22.483.17

: generally, to be a public man, opp. ἰδιωτεύω, Pl.Grg.515b, Ap.32a; φροντίσι δ. devote oneself in every thought to the common good, Plu.2.823c; but
ἐπὶ μισθῷ δ. to be a paid official, Id.Comp. Arist.Cat.6; also of things,

ἐν βαλανείῳ δημοσιεύοντι Id.Phoc.4

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημοσιεύω — make public pres subj act 1st sg δημοσιεύω make public pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσιεύω — δημοσιεύω, δημοσίευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δημοσιεύω — (AM δημοσιεύω) [δημόσιος] καθιστώ κάτι γνωστό στο κοινό νεοελλ. 1. ανακοινώνω, καθιστώ κάτι ευρύτερα γνωστό μέσω τού Τύπου («δημοσίευσε στις εφημερίδες το πολιτικό του πρόγραμμα», «δημοσιεύουν οι εφημερίδες το κείμενο τού νόμου») 2. καταχωρίζω σε …   Dictionary of Greek

  • δημοσιεύω — [димосиэво] р. публиковать, обнародовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δημοσιεύω — δημοσίευσα, δημοσιεύτηκα, δημοσιευμένος 1. γνωστοποιώ κάτι στο κοινό κάνοντας καταχώριση στον τύπο ή σε άλλο έντυπο: Θα δημοσιεύσει ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας για την ταλαιπωρία του από τη γραφειοκρατία. 2. εκδίδω βιβλίο: Ο συγγραφέας έχει… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεδημοσιευμένα — δημοσιεύω make public perf part mp neut nom/voc/acc pl δεδημοσιευμένᾱ , δημοσιεύω make public perf part mp fem nom/voc/acc dual δεδημοσιευμένᾱ , δημοσιεύω make public perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσιεύετε — δημοσιεύω make public pres imperat act 2nd pl δημοσιεύω make public pres ind act 2nd pl δημοσιεύω make public imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσιεύσει — δημοσιεύω make public aor subj act 3rd sg (epic) δημοσιεύω make public fut ind mid 2nd sg δημοσιεύω make public fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσιεύσω — δημοσιεύω make public aor subj act 1st sg δημοσιεύω make public fut ind act 1st sg δημοσιεύω make public aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσιεύσῃ — δημοσιεύω make public aor subj mid 2nd sg δημοσιεύω make public aor subj act 3rd sg δημοσιεύω make public fut ind mid 2nd sg δημοσιόω confiscate pres part act fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημοσιεύῃ — δημοσιεύω make public pres subj mp 2nd sg δημοσιεύω make public pres ind mp 2nd sg δημοσιεύω make public pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.